σάματι
•
- μήπως (εισάγει ευθείες ερωτήσεις στις οποίες αναμένεται αρνητική απάντηση) Βικιλεξικό
- σαν, όπως, ωσάν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σάματι < μεσαιωνική ελληνική ὡς + ἄματι (< ἅμα + ὅτι)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →