σάμπως
•
- ερωτηματικόμήπως Βικιλεξικό
- Σάμπως και τον είδα τώρα τελευταία;
- για να δηλωθεί βεβαιότητα -όχι απόλυτη- ή υποψία, κατά κάποιο τρόπο, μάλλον Βικιλεξικό
- Σάμπως και τα καταφέραμε τελικά.
Ετυμολογία
σάμπως < σαν πως
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →