σάντουιτς
•
- γαστρονομίαγενική ονομασία για κάθε είδους πρόχειρο φαγητό που είναι φτιαγμένο είτε από δύο φέτες ψωμιού είτε από ένα κομμάτι από ψωμί ή ολόκληρο ψωμάκι ανοιγμένο στη μέση και περιέχει διάφορα συστατικά όπως αλλαντικά, κρέατα, λαχανικά κλπ Βικιλεξικό
- πολλές φορές δεν έπαιρνε καν πρωινό, αγόραζε κανένα σάντουιτς από το ΚΨΜ και κατευθείαν στην τάξη (Γρηγόρης Καρτέρης, Έρωτες στην άκρη, βιβλιοπωλείον της Εστίας - Ι. Δ. Κολλάρου & Σία, 2003, σελ. 74)
- μεταφορικάκάτι που περιέχεται, και συνήθως έχει συμπιεστεί, ανάμεσα σε δύο ίδια αντικείμενα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σάντουιτς < αγγλική sandwich (από τον Άγγλο κόμητα του Sandwich, John Montagu)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →