σέβομαι
•
- νιώθω ή δείχνω σεβασμό για κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- Σεβαστείτε ο ένας τον άλλον.
- αναγνωρίζω το κύρος, την αξία που έχει κάτι· το τηρώ Βικιλεξικό
- Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε
Ετυμολογία
σέβομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σέβομαι. Σύγχρονες σημασίες < γαλλική respecter, αγγλική respect . Παραβάλετε μεσαιωνική ελληνική σέβω.
Άλλοι τύποι
σεβάστηκασεβαστείσεβόμενος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →