σέκι
•
- μικρος ξύλινος κουβάς που χρησίμευε ως μονάδα βάρους και χωρούσε 8 οκάδες -το χρησιμοποιούσαν συχνά π.χ. στα λιμάνια για να μετράνε το κρασί προτού το ρίξουν στο τουλούμι για να το μεταφέρουν στα καράβια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σέκι < πιθανόν από την τουρκική λέξη sekiz για τον αριθμό 8 (επειδή το σέκι χωρούσε 8 οκάδες)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →