σέντια
•
- παρωχημένοφορητό κάθισμα με κουβούκλιο για μεταφορά ανθρώπου, πάνω σε οριζόντιες δοκούς που τους κρατούσαν βαστάζοι Βικιλεξικό
- Οι σέντιες ήταν καθιστά κλειστά φορεία, με παράθυρα, ταπετσαρισμένες με ροζ και θαλασσί ατλάζι, και τοποθετημένες πάνω σε δυο δοκάρια. Ένας βαστάζος από μπρος και ένας από πίσω τη σήκωναν τη σέντια, και η ωραία που πήγαινε στο χορό χαιρετούσε δεξιά-ζερβά σαν την κυρία Πομπαντούρ (Μαρία Ιορδανίδου, Λωξάντρα (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, ³⁰1990, ISBN 960-05-0138-6), σσ. 36-37)
Ετυμολογία
σέντια < (άμεσο δάνειο) ιταλική sedia
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σέντια | σέντιες |
| Γενική | σέντιας | — |
| Αιτιατική | σέντια | σέντιες |
| Κλητική | σέντια | σέντιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →