σέντρα
•
- ψηλοκρεμαστή πάσα σε συμπαίκτη συνήθως κοντά στην περιοχή των αντιπάλων Βικιλεξικό
- το κεντρικό σημείο του γηπέδου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη περιοχή γύρω από το κέντρο του γηπέδου Βικιλεξικό
- το χτύπημα με το οποίο ξεκινάει ο αγώνας στην αρχή ή μετά από γκολ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σέντρα < (άμεσο δάνειο) αγγλική centre < παλαιά γαλλική centre < λατινική centrum < αρχαία ελληνική κέντρον (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σέντρα | σέντρες |
| Γενική | σέντρας | σεντρών |
| Αιτιατική | σέντρα | σέντρες |
| Κλητική | σέντρα | σέντρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →