σέπαλο
•
- βοτανικήτο φύλλο του κάλυκα που προστατεύει το άνθος Βικιλεξικό
- τα σέπαλα του άνθους, του λουλουδιού
Ετυμολογία
σέπαλο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα σέπαλον, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική sépale + ο(ν) < νεολατινική sepalum, εσφαλμένα, αντί λατινική scepalum < συγχώνευση: αρχαία ελληνική σκέπη και πέταλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σέπαλο | σέπαλα |
| Γενική | σέπαλου | σέπαλων |
| Αιτιατική | σέπαλο | σέπαλα |
| Κλητική | σέπαλο | σέπαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →