σέπια
•
- ζωγραφικήείδος σκουρόχρωμου μελανιού που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική Βικιλεξικό
- σέπια (χρώμα):
- φωτογραφίατρόπος εμφάνισης φωτογραφικού φιλμ σε φιλμ ή φωτογραφικό χαρτί, που δίνει σε μία φωτογραφία τις αποχρώσεις ενός χρώματος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηγενική ονομασία φίλτρου προγραμμάτων επεξεργασίας εικόνας που μετατρέπει μία φωτογραφία σε αποχρώσεις ενός χρώματος, με βασικό σκοπό να εμφανίζεται η φωτογραφία σαν παλαιωμένη. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σέπια < (αντιδάνειο): λόγιο δάνειο από τη νεολατινική sepia < λατινική sepia (σουπιά, μελάνι από σουπιά) < αρχαία ελληνική σηπία (σουπιά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σέπια | σέπιες |
| Γενική | σέπιας | — |
| Αιτιατική | σέπια | σέπιες |
| Κλητική | σέπια | σέπιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →