Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σέπια

/ˈse.pi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ζωγραφικήείδος σκουρόχρωμου μελανιού που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική Βικιλεξικό
    • σέπια (χρώμα):
  2. φωτογραφίατρόπος εμφάνισης φωτογραφικού φιλμ σε φιλμ ή φωτογραφικό χαρτί, που δίνει σε μία φωτογραφία τις αποχρώσεις ενός χρώματος Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηγενική ονομασία φίλτρου προγραμμάτων επεξεργασίας εικόνας που μετατρέπει μία φωτογραφία σε αποχρώσεις ενός χρώματος, με βασικό σκοπό να εμφανίζεται η φωτογραφία σαν παλαιωμένη. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σέπια < (αντιδάνειο): λόγιο δάνειο από τη νεολατινική sepia < λατινική sepia (σουπιά, μελάνι από σουπιά) < αρχαία ελληνική σηπία (σουπιά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσέπιασέπιες
Γενικήσέπιας—
Αιτιατικήσέπιασέπιες
Κλητικήσέπιασέπιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →