Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σέρνομαι

ρήμα
•
  1. έρπω Βικιλεξικό
  2. προχωρώ πολύ αργά, με μεγάλη δυσκολία, με πολύ κόπο Βικιλεξικό
    • Οἱ φόνοι καὶ τὰ κρίματα ἔπλεξαν πλοκὸ καὶ δὲν ἀφίνουν τὴν ψυχὴ νὰ διαβῇ τὸ τρίχινο γεφύρι στὸν Κάτω Κόσμο. Φορτωμένη μὲ χοντρὲς ἁλυσίδες, σκλάβα σέρνεται στοὺς τόπους ποῦ κριμάτισε, θρηνολογεῖ καὶ δέρνεται βαρύγνωμη καὶ ἀλύτρωτη πάντα. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Οι κουρσάροι, Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
  3. τριγυρίζω κουρασμένα με ανία και χωρίς σκοπό Βικιλεξικό
  4. τραβάω σε μάκρος, διαρκώ μεγάλο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
  5. για αρρώστια που εξαπλώνεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σέρνομαι: παθητική φωνή του ρήματος σέρνω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →