Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σέρτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βαρύς, δυνατός, αψύς, οξύθυμος Βικιλεξικό
    • Σκουρόχρωμος παραδοσιακός ελληνικός, σέρτικος [καφές] στην γεύση με διαρκές άρωμα.
    • Υπάρχει, που λέτε, ο άντρας ο βαρύς, ο σέρτικος. Αυτός που θα υψώσει τη φωνή, θα πάρει το ύφος το βαρύ κι ασήκωτο και […] με το που κάθεται και διπλώνεται το κωλάντερο, νιώθει να του 'ρχεται δεύτερος πόρδακλος, βαρύς και σέρτικος, με μεγάλη πιθανότητα οσκαρικών ηχητικών εφέ.
    • σέρτικο τσιγάρο, σέρτικος στόκος

Ετυμολογία

σέρτικος < σέρτ(ης) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσέρτικοςσέρτικησέρτικο
Γενικήσέρτικουσέρτικηςσέρτικου
Αιτιατικήσέρτικοσέρτικησέρτικο
Κλητικήσέρτικεσέρτικησέρτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσέρτικοισέρτικεςσέρτικα
Γενικήσέρτικωνσέρτικωνσέρτικων
Αιτιατικήσέρτικουςσέρτικεςσέρτικα
Κλητικήσέρτικοισέρτικεςσέρτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →