σέσουλα
•
- μικρό φτυαράκι, πλαστικό ή μεταλλικό, που χρησιμοποιείται σήμερα κυρίως στα καταστήματα εμπορίας ξηρών καρπών, καφεκοπτεία, αποθήκες μπαχαρικών, ζωοτροφών κ.λπ. και που παλιότερα συνηθιζόταν στα μπακάλικα στη πώληση οσπρίων, αλεύρων ζάχαρης κ.λπ. από τα διακινούμενα τότε χύμα σε τσουβάλια Βικιλεξικό
- γιατί τα πεντοχίλιαρα | δεν είναι πετσετάκια | να παίρνω με τη σέσουλα | να γράφω ραβασάκια.
- Αυτό βέβαια δεν είναι παρά οριενταλισμός. Το ότι οι Έλληνες βρίσκονται κι αυτοί στην πάλαι ποτέ Εγγύς Ανατολή, δεν τους εμποδίζει να κάνουν εξωτισμό προς την Αίγυπτο—έστω κι αν οι Έλληνες στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν πολλά-πολλά για την Αίγυπτο, και καταλήγουν να αντλούν από το κοινό τους οθωμανικό παρελθόν, για να πουν το παραμικρό γι’ αυτήν. (Ο Καζαντζίδης χώνει στον στίχο του τραγουδιού τις τουρκικές λέξεις με τη σέσουλα.) Ήταν της μόδας τέτοιος εξωτισμός στις δεκαετίες του 50 και του 60. (Τι θα πει «γιαλελέλι»; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου), sarantakos.wordpress.com, 30/4/2025 https://sarantakos.wordpress.com/2025/04/30/nikolaou-21/#more-83173)
Ετυμολογία
σέσουλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική sessola
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σέσουλα | σέσουλες |
| Γενική | σέσουλας | — |
| Αιτιατική | σέσουλα | σέσουλες |
| Κλητική | σέσουλα | σέσουλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →