σήπομαι
•
- λόγιοσαπίζω Βικιλεξικό
- Να στείλω γράμμα, χάνεται, δεν βρίσκει το παιδί μου, Να μάθη, όσα να τω πη, διψάει η καρδιά μου· Να στείλω μήλο σήπεται, λουλούδι μαραγκιάζει
Ετυμολογία
σήπομαι < αρχαία ελληνική σήπομαι < παθητική φωνή του ρήματος σήπω < σήψ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →