σίγηση
•
- η ενέργεια του σιγώ Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαη παύση προφοράς φθόγγου Βικιλεξικό
- Ο χειλοϋπερωικός φθόγγος [w] , που γραφόταν με δίγαμμα ϝ, υπέστη σίγηση πολύ νωρίς στην καταγεγραμμένη ιστορία της ελληνικής.
- βιολογίακαταστολή έκφρασης γονιδίου κατά την μεταγραφή του DNA Βικιλεξικό
- σπάνιοσίγαση Βικιλεξικό
- σίγηση συναγερμού
Ετυμολογία
σίγηση < μεσαιωνική ελληνική σίγησις + -ση < ελληνιστική κοινή σίγησις. Η σημασία 1 «παύση προφοράς φθόγγου» < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα σίγησις < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική amuïssement. Η σημασία 2 «καταστολή έκφρασης γονιδίου» < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική silencing.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σίγηση | σιγήσεις |
| Γενική | σίγησης | σιγήσεων |
| Αιτιατική | σίγηση | σιγήσεις |
| Κλητική | σίγηση | σιγήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →