σίγμα
•
- το δέκατο όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (σ, κεφαλαίο: Σ και τελικό: ς) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σίγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σίγμα / σῖγμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σίγμα | σίγματα |
| Γενική | σίγματος | σιγμάτων |
| Αιτιατική | σίγμα | σίγματα |
| Κλητική | σίγμα | σίγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →