σίελος
•
- λόγιοτο σάλιο Βικιλεξικό
- Τὰ παιδία, ἄνιπτα τὰ πλεῖστα, ὅπως ἦσαν συνηθισμένα, ἔπτυον εἰς τὰς παλάμας των, ὕγραινον κι’ ἔτριβον τὰς χεῖρας μὲ τὸν σίελον, διὰ νὰ φανῶσι νιμμένα. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η δασκαλομάννα, 1894)
Ετυμολογία
σίελος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σίελος < αρχαία ελληνική σίαλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σίελος | σίελοι |
| Γενική | σιέλου | σιέλων |
| Αιτιατική | σίελο | σιέλους |
| Κλητική | σίελε | σίελοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →