σίμη
•
- αρχαιολογίαδιακοσμητική ταινία με φυτικά μοτίβα σε ανάγλυφη ή γραπτή μορφή στη στέψη ενός τοίχου ή την οροφή ενός ναού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σίμη < ελληνιστική κοινή σίμαι < αρχαία ελληνική σιμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σίμη | σίμες |
| Γενική | σίμης | σιμών |
| Αιτιατική | σίμη | σίμες |
| Κλητική | σίμη | σίμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →