Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σίφνιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη Σίφνο, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτήν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σίφνιος < Σίφνιος < αρχαία ελληνική Σίφνιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσίφνιοςσίφνιασίφνιο
Γενικήσίφνιουσίφνιαςσίφνιου
Αιτιατικήσίφνιοσίφνιασίφνιο
Κλητικήσίφνιεσίφνιασίφνιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσίφνιοισίφνιεςσίφνια
Γενικήσίφνιωνσίφνιωνσίφνιων
Αιτιατικήσίφνιουςσίφνιεςσίφνια
Κλητικήσίφνιοισίφνιεςσίφνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →