σαΐνι
•
- πτηνότο γεράκι Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος πάρα πολύ έξυπνος, που βρίσκει λύσεις, συχνά πρωτότυπες, σε δύσκολα πρακτικά ή θεωρητικά προβλήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαΐνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική şahin (γεράκι) < περσική شاهين (shaheen)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαΐνι | σαΐνια |
| Γενική | σαϊνιού | σαϊνιών |
| Αιτιατική | σαΐνι | σαΐνια |
| Κλητική | σαΐνι | σαΐνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →