σαβανώνω
•
- φορώ σε νεκρό το νεκρικό του σάβανο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαβανώνω < σάβανο + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαβανώνω | σαβανώνεις | σαβανώνει | σαβανώνουμε | σαβανώνετε | σαβανώνουν / σαβανώνουνε |
| Παρατατικός | σαβάνωνα | σαβάνωνες | σαβάνωνε | σαβανώναμε | σαβανώνατε | σαβάνωναν / σαβανώναν / σαβανώνανε |
| Αόριστος | σαβάνωσα | σαβάνωσες | σαβάνωσε | σαβανώσαμε | σαβανώσατε | σαβάνωσαν / σαβανώσαν / σαβανώσανε |
| Μέλλοντας | θα σαβανώνω / θα σαβανώσω | θα σαβανώνεις / θα σαβανώσεις | θα σαβανώνει / θα σαβανώσει | θα σαβανώνουμε / θα σαβανώσουμε | θα σαβανώνετε / θα σαβανώσετε | θα σαβανώνουν / θα σαβανώνουνε / θα σαβανώσουν / θα σαβανώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαβανώσει | έχεις σαβανώσει | έχει σαβανώσει | έχουμε σαβανώσει | έχετε σαβανώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαβανώσει | είχες σαβανώσει | είχε σαβανώσει | είχαμε σαβανώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαβανώσει / να σαβανώνω / να σαβανώσω | να έχεις σαβανώσει / να σαβανώνεις / να σαβανώσεις | να έχει σαβανώσει / να σαβανώνει / να σαβανώσει | να έχουμε σαβανώσει / να σαβανώνουμε / να σαβανώσουμε | να έχετε σαβανώσει / να σαβανώνετε / να σαβανώσετε | να σαβανώνουν / να σαβανώνουνε / να σαβανώσουν / να σαβανώσουνε |
| Προστακτική | — | σαβάνωνε / σαβάνωσε | — | — | σαβανώνετε / σαβανώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →