σαββατιανός
•
- που αφορά την αργία του Σαββάτου (δες και σαββατιάτικος, που αφορά το Σάββατο) Βικιλεξικό
- Στα χέρια όμως των διαβασμένων και των Φαρισαίων, ο νόμος αυτός είχε γίνει τυραννικότατος. Επειδή θεωρούσαν πως η σαββατιανή αργία τούς ξεχώριζε από τους Εθνικούς, Έλληνες και Ρωμαίους, τους μισητούς ειδωλολάτρες, την εφήρμοζαν με τέτοια στενομυαλιά, προσέχοντας στις λεπτομέρειες, και ξεχνώντας τον αρχικό της σκοπό, ώστε η ζωή του ορθοδόξου Εβραίου καταντούσε ανυπόφορη. (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού, Κεφάλαιο ΚΔ)
- ((βοτανική) ουσιαστικοποιημένο) / Σαββατιανό (ποικιλία αμπελιού) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαββατιανός < Σάββατ(ο) + -ιανός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαββατιανός | σαββατιανή | σαββατιανό |
| Γενική | σαββατιανού | σαββατιανής | σαββατιανού |
| Αιτιατική | σαββατιανό | σαββατιανή | σαββατιανό |
| Κλητική | σαββατιανέ | σαββατιανή | σαββατιανό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαββατιανοί | σαββατιανές | σαββατιανά |
| Γενική | σαββατιανών | σαββατιανών | σαββατιανών |
| Αιτιατική | σαββατιανούς | σαββατιανές | σαββατιανά |
| Κλητική | σαββατιανοί | σαββατιανές | σαββατιανά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →