Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαββοπουλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει / που παίζεται από τον Διονύση Σαββόπουλο Βικιλεξικό
    • επιστρέφει ο σαββοπουλικός Αριστοφάνης με τους «Αχαρνής» («Αχαρνής» του Σαββόπουλου στο Ηρώδειο, Οταν ο Αριστοφάνης βγάζει... νέες φωνές, ΤΑ ΝΕΑ, 14 Σεπτεμβρίου 2011)
    • Αλλά η δική μου Σαββοπουλική λέξη είναι άλλη. Είναι η λέξη φωτοκολλημένοι που δεν υπάρχει στο Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη και απαντάται μόνο στον διάσημο στίχο (Χαιρετισμός του Πρύτανη του Πανεπιστημίου καθηγητή κ. Περικλή Α. Μήτκα, ΑΠΘ, τελετή ανακήρυξης του Σαββόπουλου επίτιμου διδάκτορα, 24 Νοεμβρίου 2017)
  2. που έχει το ύφος του Διονύση Σαββόπουλου Βικιλεξικό
    • Ο τόνος της είναι εδώ σαββοπουλικός (Κουρδίζοντας τη λύρα, πάλι, Καθημερινή, 11.03.2018)
  3. που είναι θαυμαστής του Σαββόπουλου Βικιλεξικό
    • Του εδήλωσα «αθεράπευτα σαββοπουλικός» (Διάλογοι και ευχές..., Καθημερινή, 22.12.2005)

Ετυμολογία

σαββοπουλικός < από τον Έλληνα τραγουδοποιό Διονύση Σαββόπουλο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαββοπουλικόςσαββοπουλικήσαββοπουλικό
Γενικήσαββοπουλικούσαββοπουλικήςσαββοπουλικού
Αιτιατικήσαββοπουλικόσαββοπουλικήσαββοπουλικό
Κλητικήσαββοπουλικέσαββοπουλικήσαββοπουλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαββοπουλικοίσαββοπουλικέςσαββοπουλικά
Γενικήσαββοπουλικώνσαββοπουλικώνσαββοπουλικών
Αιτιατικήσαββοπουλικούςσαββοπουλικέςσαββοπουλικά
Κλητικήσαββοπουλικοίσαββοπουλικέςσαββοπουλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →