σαβουριάζω
•
- σαβουρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαβουριάζω < σαβούρα
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαβουριάζω | σαβουριάζεις | σαβουριάζει | σαβουριάζουμε | σαβουριάζετε | σαβουριάζουν / σαβουριάζουνε |
| Παρατατικός | σαβούριαζα | σαβούριαζες | σαβούριαζε | σαβουριάζαμε | σαβουριάζατε | σαβουριάζαν / σαβουριάζανε / σαβούριαζαν |
| Αόριστος | σαβούριασα | σαβούριασες | σαβούριασε | σαβουριάσαμε | σαβουριάσατε | σαβουριάσαν / σαβουριάσανε / σαβούριασαν |
| Μέλλοντας | θα σαβουριάζω / θα σαβουριάσω | θα σαβουριάζεις / θα σαβουριάσεις | θα σαβουριάζει / θα σαβουριάσει | θα σαβουριάζουμε / θα σαβουριάσουμε | θα σαβουριάζετε / θα σαβουριάσετε | θα σαβουριάζουν / θα σαβουριάζουνε / θα σαβουριάσουν / θα σαβουριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαβουριάσει | έχεις σαβουριάσει | έχει σαβουριάσει | έχουμε σαβουριάσει | έχετε σαβουριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαβουριάσει | είχες σαβουριάσει | είχε σαβουριάσει | είχαμε σαβουριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαβουριάσει / να σαβουριάζω / να σαβουριάσω | να έχεις σαβουριάσει / να σαβουριάζεις / να σαβουριάσεις | να έχει σαβουριάσει / να σαβουριάζει / να σαβουριάσει | να έχουμε σαβουριάσει / να σαβουριάζουμε / να σαβουριάσουμε | να έχετε σαβουριάσει / να σαβουριάζετε / να σαβουριάσετε | να σαβουριάζουν / να σαβουριάζουνε / να σαβουριάσουν / να σαβουριάσουνε |
| Προστακτική | — | σαβούριαζε / σαβούριασε | — | — | σαβουριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σαβουριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →