σαγίζω
•
- παρωχημένοσαμαρώνω, σελώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαγίζω < σαγή + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαγίζω | σαγίζεις | σαγίζει | σαγίζουμε | σαγίζετε | σαγίζουν / σαγίζουνε |
| Παρατατικός | σάγιζα | σάγιζες | σάγιζε | σαγίζαμε | σαγίζατε | σάγιζαν / σαγίζαν / σαγίζανε |
| Αόριστος | σάγισα | σάγισες | σάγισε | σαγίσαμε | σαγίσατε | σάγισαν / σαγίσαν / σαγίσανε |
| Μέλλοντας | θα σαγίζω / θα σαγίσω | θα σαγίζεις / θα σαγίσεις | θα σαγίζει / θα σαγίσει | θα σαγίζουμε / θα σαγίσουμε | θα σαγίζετε / θα σαγίσετε | θα σαγίζουν / θα σαγίζουνε / θα σαγίσουν / θα σαγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαγίσει | έχεις σαγίσει | έχει σαγίσει | έχουμε σαγίσει | έχετε σαγίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαγίσει | είχες σαγίσει | είχε σαγίσει | είχαμε σαγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαγίσει / να σαγίζω / να σαγίσω | να έχεις σαγίσει / να σαγίζεις / να σαγίσεις | να έχει σαγίσει / να σαγίζει / να σαγίσει | να έχουμε σαγίσει / να σαγίζουμε / να σαγίσουμε | να έχετε σαγίσει / να σαγίζετε / να σαγίσετε | να σαγίζουν / να σαγίζουνε / να σαγίσουν / να σαγίσουνε |
| Προστακτική | — | σάγιζε / σάγισε | — | — | σαγίζετε / σαγίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →