σαγανάκι
•
- κουζινικάμικρό τηγάνι Βικιλεξικό
- γαστρονομίαέδεσμα παρασκευασμένο σε μικρό τηγάνι Βικιλεξικό
- τυρί (γραβιέρα ή κεφαλοτύρι) τηγανισμένο και συνήθως βουτηγμένο σε κουρκούτι ή τηγανισμένα αβγά με ντομάτα, γαρίδες με ντομάτα, μύδια με ντομάτα, λουκάνικα με αβγά και ντομάτα κ.ά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαγανάκι < σαγάνι + υποκοριστικό επίθημα -άκι < τουρκική sahan < αραβική صحن (ṣaḥn)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαγανάκι | σαγανάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | σαγανάκι | σαγανάκια |
| Κλητική | σαγανάκι | σαγανάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →