σαγανίδι
•
- ιδιωματικόαπότομο και βίαιο φύσημα ανέμου Βικιλεξικό
- Ο άνεμος εδυνάμωνε. Τάχα δεν ημπορούσε να δυναμώση αρκετά, ώστε μ' ένα σαγανίδι ν' αναποδογυρίση την ασαβούρωτην βάρκαν; Μ' ένα σαγανίδι μόνον. Με μικράν ανεπιτηδειότητα του Σιγουράντσα εις το τιμόνι, μ' ελαφράν απροσεξίαν του Γιωργή εις το πανί. (…) Ένα σαγανίδι, ένα σαγανιδάκι μόνον. Και τούτο τί εχρειάζετο; Μία παρατιμονιά του Σιγουράντσα δεν ήρκει; Και αυτή τί εχρειάζετο; Ένα καργάρισμα του πανιού δεν ήτο αρκετόν; Και δεν ήτο αυτό εις το χέρι του Γιωργή και μόνον; (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Έρως Ήρως)
Ετυμολογία
σαγανίδι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαγανίδι | σαγανίδια |
| Γενική | σαγανιδιού | σαγανιδιών |
| Αιτιατική | σαγανίδι | σαγανίδια |
| Κλητική | σαγανίδι | σαγανίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →