Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαγιάκι

/saˈʝa.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόείδος μάλλινου υφάσματος Βικιλεξικό
  2. (κατ’ επέκταση, ιδιωματικό, παρωχημένο, (ενδυμασία)) είδος κοντού και χοντρού ενδύματος κατασκευασμένου από το (1) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαγιάκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική şayak

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαγιάκισαγιάκια
Γενικήσαγιακιούσαγιακιών
Αιτιατικήσαγιάκισαγιάκια
Κλητικήσαγιάκισαγιάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →