σαγιάκι
•
- ιδιωματικόείδος μάλλινου υφάσματος Βικιλεξικό
- (κατ’ επέκταση, ιδιωματικό, παρωχημένο, (ενδυμασία)) είδος κοντού και χοντρού ενδύματος κατασκευασμένου από το (1) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαγιάκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική şayak
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαγιάκι | σαγιάκια |
| Γενική | σαγιακιού | σαγιακιών |
| Αιτιατική | σαγιάκι | σαγιάκια |
| Κλητική | σαγιάκι | σαγιάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →