σαγονιά
•
- χτύπημα στο σαγόνι Βικιλεξικό
- χτύπημα με το σαγόνι Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεγάλος λογαριασμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαγονιά < σαγόν(ι) + -ιά.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαγονιά | σαγονιές |
| Γενική | σαγονιάς | σαγονιών |
| Αιτιατική | σαγονιά | σαγονιές |
| Κλητική | σαγονιά | σαγονιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →