Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαγρές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. δέρμα (αλόγου ή γαϊδουριού) με τραχιά και κοκκώδη επιφάνεια που χρησιμοποιείται συνήθως στη βιβλιοδεσία Βικιλεξικό
    • Να αντικαταστήσει .... τα ξελουριστήρια, τὸ ἀπαραίτητον αὐτὸ ὄργανον κάθε παπουτσῆ , μὲ τὸ προφυλακτήριον , τὸ κατσαπροκάκι μὲ τὴν σφενδόνην, τὸ καβέστρο μὲ τὴν κατόχην καὶ μὲ ἀνάλογον ἑλληνικὴν λέξιν τὰ κομματιαστά παπούτσια, τὰ κουμπωτά, τὰ σκιστά, τὶς μπότες , τὰ μποτίνια, τὶς σάνες , τους γκλασέδες, τοὺς σαγρέδες, τὰ σεβρά, τὰ βιδέλα, τὰ καραμάντουλα, τὶς τιράντες, τὶς μετζεσόλες, τὰ βάρδουλα, τὰ σουβλιά, τὶς μπρόκες, τὰ φαλτσέτα καὶ τὰ μασσάτια. (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 https://www.google.gr/books/edition/Xen%C4%93lasia_%C4%93_isoteleia/-k8-AAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AD%CE%B4%CE%B5%CF%82%22&pg=PA46&printsec=frontcover)
    • Μόσχεια, μαροκινά, σαγρέδες, τελατίνια και βακέται χρωματισταί και άλλων ζώων δέρματα εν γένει, Veaux, maroquins, chagrins, vachettes coloreés ou vernies, et peaux de tous autres animaux (Γραφείον Στατιστικής, Εμπόριον της Ελλάδος μετά των ξένων επικρατειών κατά το έτος 1889 (1890), εν Αθήναις, εκ του Εθνικού τυπογραφείου, σελ. 40 https://www.google.gr/books/edition/Emporion_t%C4%93s_Hellados_meta_t%C5%8Dn_xen%C5%8Dn/Jdxh6bYS2VkC?hl=en&gbpv=1)

Ετυμολογία

σαγρές < τουρκική sağrı

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαγρέςσαγρέδες
Γενικήσαγρέσαγρέδων
Αιτιατικήσαγρέσαγρέδες
Κλητικήσαγρέσαγρέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →