σαγόνι
•
- ανατομίαοι σιαγόνες, η άνω και κάτω γνάθος Βικιλεξικό
- τα σαγόνια του καρχαρία
- άλλες μορφές: σιαγόνα
- ανατομίατο πιγούνι Βικιλεξικό
- έχει θεληματικό σαγόνι
Ετυμολογία
σαγόνι < καθαρεύουσα σαγόνιον < αρχαία ελληνική σιαγόνιον υποκοριστικό της λέξης σιαγών.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαγόνι | σαγόνια |
| Γενική | σαγονιού | σαγονιών |
| Αιτιατική | σαγόνι | σαγόνια |
| Κλητική | σαγόνι | σαγόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →