Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαδομαζοχιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που νιώθει ηδονή με πράξεις που προκαλούν πόνο στον άλλο και από τον πόνο που του προκαλεί ο άλλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαδομαζοχιστής < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαδομαζοχιστήςσαδομαζοχιστές
Γενικήσαδομαζοχιστήσαδομαζοχιστών
Αιτιατικήσαδομαζοχιστήσαδομαζοχιστές
Κλητικήσαδομαζοχιστήσαδομαζοχιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →