σακάτικος
•
- που ανήκει ή χαρακτηρίζει τον σακάτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σακάτικος < σακάτης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σακάτικος | σακάτικη | σακάτικο |
| Γενική | σακάτικου | σακάτικης | σακάτικου |
| Αιτιατική | σακάτικο | σακάτικη | σακάτικο |
| Κλητική | σακάτικε | σακάτικη | σακάτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σακάτικοι | σακάτικες | σακάτικα |
| Γενική | σακάτικων | σακάτικων | σακάτικων |
| Αιτιατική | σακάτικους | σακάτικες | σακάτικα |
| Κλητική | σακάτικοι | σακάτικες | σακάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →