Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σακατιλίκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η σωματική αναπηρία Βικιλεξικό
  2. το ψυχολογικό αποτέλεσμα ενός πάθους, μιας εξάρτησης ή άλλης αδυναμίας Βικιλεξικό
    • Σας αρέσει ο ίλιγγος της ταχύτητας; Εγώ τρελαίνουμαι. Παρ΄ όλα τα κάζα που έχω πάθει. Είναι ψυχικό σακατιλίκι από κούνια; Είναι τοξίνωση επιγενόμενη; Δεν ξέρω. Μα σαν η ψυχή μου βρίσκεται σε ταραχές, θέλω να τρέχω. (Μ.Καραγάτσης, "Το εγγλέζικο μαχαίρι")

Ετυμολογία

σακατιλίκι < σακάτης + -ιλίκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσακατιλίκισακατιλίκια
Γενική——
Αιτιατικήσακατιλίκισακατιλίκια
Κλητικήσακατιλίκισακατιλίκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →