σακολέβα
•
- ναυτικός όροςτραπέζιο πανί ειδικά ραμμένο ώστε να σακουλιάζει στο κέντρο και έτσι ο άνεμος να προωθεί το πλωτό μέσο ταχύτερα αλλά συνάμα και ηπιότερα -δεν χρησιμοποιείται πια Βικιλεξικό
- μέσο μεταφορώνπαλαιότερος τύπος ιστιοφόρου πλοιαρίου Βικιλεξικό
- Έλαβα λοιπόν το πλείστον του μικρού κεφαλαίου μας, απεχαιρέτησα την μητέρα μου και απεβιβάσθην εις σακολέβαν ετοίμην ν' αποπλεύση εις Σύρον. (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας)
Ετυμολογία
σακολέβα < (αντιδάνειο): (άμεσο δάνειο) βενετική sacoleva < μεσαιωνική ελληνική σαγολαίφεα (τετράγωνα ιστία) < ελληνιστική κοινή σάγος (μανδύας και σκληρό ύφασμα) [< λατινική sagum) +αρχαία ελληνική λαῖφος (ύφασμα, ιστίο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σακολέβα | σακολέβες |
| Γενική | σακολέβας | σακολεβών |
| Αιτιατική | σακολέβα | σακολέβες |
| Κλητική | σακολέβα | σακολέβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →