σαλάδο
•
- αλίπαστο (κρέας) Βικιλεξικό
- νά τούς παρακαλέσῃ ἐκ μέρους του νά τοῦ στείλουν, ἂν τούς εὑρίσκετο, ὀλίγον κρέας σαλάδο, ἐξ ἐκείνου τό ὁποῖον μαγειρεύουν εἰς τά πλοῖα τά ἐκτελοῦντα μακρούς πλοῦς (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)
- σαλάμι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαλάδο < (άμεσο δάνειο) ισπανική salado
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαλάδο | — |
| Γενική | σαλάδου | — |
| Αιτιατική | σαλάδο | — |
| Κλητική | σαλάδο | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →