Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαλαβάτι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ισλαμισμόςπροσευχή Βικιλεξικό
    • Ο Βεζίρης φθάνει εις την Λάρισσαν. την Λάρισσα αριβάρισε πριν το μεσημέρι, Το σαλαβάτι του έκαμε, που ευρέθη τόσ'ασκαίρι
  2. ομολογία μωαμεθανικής πίστεως Βικιλεξικό
    • Τήν πέμπτην το βράδυ , επήγαν - κ τον έπαρακινέσαν, μόνον το σαλαβάτι να είπή, και να τον απολύσεν και άλλοι το έταζαν άσπρα και πολά, άλοι τον εφοβέριζαν
    • εισέρχεται εις την φυλακήν οικειός τις τού Τοπάρχου, και είπε τώ μάρτυρί «μωρέ, δεν δίδεις το σαλαβάτι τουτέστι την μαρτυρίαν της θρησκείας μας. Τώρα έχουν να σε χαλάσουν». Αλλ' ο μάρτυς ύψώσας την κεφαλήν..

Ετυμολογία

σαλαβάτι < (άμεσο δάνειο) τουρκική salâvat < αραβική صلوات (ṣalawāt), πληθυντικός του صلٰوة (ṣalāt, προσευχή, σαλάτ, σαλάχ)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →