σαλαβάτι
•
- ισλαμισμόςπροσευχή Βικιλεξικό
- Ο Βεζίρης φθάνει εις την Λάρισσαν. την Λάρισσα αριβάρισε πριν το μεσημέρι, Το σαλαβάτι του έκαμε, που ευρέθη τόσ'ασκαίρι
- ομολογία μωαμεθανικής πίστεως Βικιλεξικό
- Τήν πέμπτην το βράδυ , επήγαν - κ τον έπαρακινέσαν, μόνον το σαλαβάτι να είπή, και να τον απολύσεν και άλλοι το έταζαν άσπρα και πολά, άλοι τον εφοβέριζαν
- εισέρχεται εις την φυλακήν οικειός τις τού Τοπάρχου, και είπε τώ μάρτυρί «μωρέ, δεν δίδεις το σαλαβάτι τουτέστι την μαρτυρίαν της θρησκείας μας. Τώρα έχουν να σε χαλάσουν». Αλλ' ο μάρτυς ύψώσας την κεφαλήν..
Ετυμολογία
σαλαβάτι < (άμεσο δάνειο) τουρκική salâvat < αραβική صلوات (ṣalawāt), πληθυντικός του صلٰوة (ṣalāt, προσευχή, σαλάτ, σαλάχ)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →