Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαλαβατίζω

ρήμα
•
  1. ιδιωματικόπροσεύχομαι Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδόσεις: Ελ. Καζαντζάκη, 1974, αρχική έκδοση 1953.
  2. ιδιωματικόμιλώ γρήγορα, μονολογώ, μουρμουράω Βικιλεξικό
  3. ιδιωματικόεπιπλήττω Βικιλεξικό
  4. ιδιωματικόβρίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαλαβατίζω < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →