σαλαμοποιώ
•
- διαιρώ ή διασπώ μια σύνθετη διαδικασία ή ένα σύνολο σε μικρότερα κι ευκολότερα διαχειρίσιμα τμήματα, επιτυγχάνοντας έτσι σταδιακά κάποιον σκοπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαλαμοποιώ < σαλαμοποίηση + -ποιώ (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαλαμοποιώ | σαλαμοποιείς | σαλαμοποιεί | σαλαμοποιούμε | σαλαμοποιείτε | σαλαμοποιούν / σαλαμοποιούνε |
| Παρατατικός | σαλαμοποιούσα | σαλαμοποιούσες | σαλαμοποιούσε | σαλαμοποιούσαμε | σαλαμοποιούσατε | σαλαμοποιούσαν / σαλαμοποιούσανε |
| Αόριστος | σαλαμοποίησα | σαλαμοποίησες | σαλαμοποίησε | σαλαμοποιήσαμε | σαλαμοποιήσατε | σαλαμοποίησαν / σαλαμοποιήσαν / σαλαμοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα σαλαμοποιήσω / θα σαλαμοποιώ | θα σαλαμοποιήσεις / θα σαλαμοποιείς | θα σαλαμοποιήσει / θα σαλαμοποιεί | θα σαλαμοποιήσουμε / θα σαλαμοποιούμε | θα σαλαμοποιήσετε / θα σαλαμοποιείτε | θα σαλαμοποιήσουν / θα σαλαμοποιήσουνε / θα σαλαμοποιούν / θα σαλαμοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω σαλαμοποιήσει | έχεις σαλαμοποιήσει | έχει σαλαμοποιήσει | έχουμε σαλαμοποιήσει | έχετε σαλαμοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαλαμοποιήσει | είχες σαλαμοποιήσει | είχε σαλαμοποιήσει | είχαμε σαλαμοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαλαμοποιήσει / να σαλαμοποιήσω / να σαλαμοποιώ | να έχεις σαλαμοποιήσει / να σαλαμοποιήσεις / να σαλαμοποιείς | να έχει σαλαμοποιήσει / να σαλαμοποιήσει / να σαλαμοποιεί | να έχουμε σαλαμοποιήσει / να σαλαμοποιήσουμε / να σαλαμοποιούμε | να έχετε σαλαμοποιήσει / να σαλαμοποιήσετε / να σαλαμοποιείτε | να σαλαμοποιήσουν / να σαλαμοποιήσουνε / να σαλαμοποιούν / να σαλαμοποιούνε |
| Προστακτική | — | σαλαμοποίει / σαλαμοποίησε | — | — | σαλαμοποιήστε / σαλαμοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →