Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαλβάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ενδυμασίαφαρδύ παντελόνι που φορούσαν παλιά άνδρες και γυναίκες Βικιλεξικό
    • Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της καθημερινής φορεσιάς των γυναικών της Σίλλης ήταν το σαλβάρι, που ήταν μια μεγάλη φαρδιά και φουσκωτή βράκα. (Γ΄ συμπόσιο λαογραφίας του Βορειοελλαδικού χορού, Ήπειρος-Μακεδονία-Θράκη, Αλεξανδρούπολη, 14-18 Οκτωβρίου 1976: Πρακτικά, σελ. 188, 1979 https://books.google.gr/books?id=tyTsAAAAMAAJ&q=%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B9&dq=%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B9&hl=en&sa=X&ved=2ahUKEwjK9fr6hp_wAhUZgf0HHUPpBpQQ6AEwAXoECAMQAg)
    • από της γης στο άπειρον να φθάνη τουρανού, / και από εκεί κατέβαιναν συμπλέγματα χαρίτων, / γυναίκες όλων των φυλών και των εθνικοτήτων / με νυκτικά πουκάμισα, σαλβάρια και πασούμια, / και όλαις του εφαίνοντο ώσαν ραχάτ - λουκούμια

Ετυμολογία

σαλβάρι < τουρκική şalvar < περσική شلوار (šalvâr), δείτε τη λέξη: σαράβαρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαλβάρισαλβάρια
Γενικήσαλβαριούσαλβαριών
Αιτιατικήσαλβάρισαλβάρια
Κλητικήσαλβάρισαλβάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →