Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαλεύγω

/saˈle.vɣo/ρήμα
•
  1. τρελαίνομαι, χάνω το μυαλό μου Βικιλεξικό
    • μα σαλευγμένα τάχεις; (έχεις τρελαθεί;) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
  2. κουνάω, κάνω κίνηση Βικιλεξικό
    • Βρε, γιά σάλευγε! (κουνήσου!, ξεκίνα!)

Ετυμολογία

σαλεύγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαλεύγω < σαλεύω με ανάπτυξη μεσοφωνηεντικού [ɣ]

Άλλοι τύποι

εεσαλεύτηκασάλευγασάλεψασαλευγμένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →