σαλεύγω
•
- τρελαίνομαι, χάνω το μυαλό μου Βικιλεξικό
- μα σαλευγμένα τάχεις; (έχεις τρελαθεί;) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
- κουνάω, κάνω κίνηση Βικιλεξικό
- Βρε, γιά σάλευγε! (κουνήσου!, ξεκίνα!)
Ετυμολογία
σαλεύγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαλεύγω < σαλεύω με ανάπτυξη μεσοφωνηεντικού [ɣ]
Άλλοι τύποι
εεσαλεύτηκασάλευγασάλεψασαλευγμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →