σαλεύω
•
- αμετάβατοκάνω μια, μικρή έστω, κίνηση, μετατοπίζομαι ελαφρά Βικιλεξικό
- αμετάβατοτρελαίνομαι Βικιλεξικό
- Σαλεύει ο νους του ανθρώπου αντικρίζοντας τέτοια θηριωδία.
- μεταβατικόκινώ, μετακινώ λίγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαλεύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σαλεύω < σάλ(ος) + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαλεύω | σαλεύεις | σαλεύει | σαλεύουμε | σαλεύετε | σαλεύουν / σαλεύουνε |
| Παρατατικός | σάλευα | σάλευες | σάλευε | σαλεύαμε | σαλεύατε | σάλευαν / σαλεύαν / σαλεύανε |
| Αόριστος | σάλεψα | σάλεψες | σάλεψε | σαλέψαμε | σαλέψατε | σάλεψαν / σαλέψαν / σαλέψανε |
| Μέλλοντας | θα σαλέψω / θα σαλεύω | θα σαλέψεις / θα σαλεύεις | θα σαλέψει / θα σαλεύει | θα σαλέψουμε / θα σαλεύουμε | θα σαλέψετε / θα σαλεύετε | θα σαλέψουν / θα σαλέψουνε / θα σαλεύουν / θα σαλεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαλέψει | έχεις σαλέψει | έχει σαλέψει | έχουμε σαλέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαλέψει | είχες σαλέψει | είχε σαλέψει | είχαμε σαλέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαλέψει / να σαλέψω / να σαλεύω | να έχεις σαλέψει / να σαλέψεις / να σαλεύεις | να έχει σαλέψει / να σαλέψει / να σαλεύει | να έχουμε σαλέψει / να σαλέψουμε / να σαλεύουμε | να σαλέψετε / να σαλεύετε | να σαλέψουν / να σαλέψουνε / να σαλεύουν / να σαλεύουνε |
| Προστακτική | — | σάλευε / σάλεψε, σάλευ' | — | — | σαλέψτε, σαλεύτε / σαλεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →