σαλιάζω
•
- αμετάβατομου τρέχουν σάλια από το στόμα Βικιλεξικό
- μεταβατικόσαλιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαλιάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαλιάζω | σαλιάζεις | σαλιάζει | σαλιάζουμε | σαλιάζετε | σαλιάζουν / σαλιάζουνε |
| Παρατατικός | σάλιαζα | σάλιαζες | σάλιαζε | σαλιάζαμε | σαλιάζατε | σάλιαζαν / σαλιάζαν / σαλιάζανε |
| Αόριστος | σάλιασα | σάλιασες | σάλιασε | σαλιάσαμε | σαλιάσατε | σάλιασαν / σαλιάσαν / σαλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα σαλιάζω / θα σαλιάσω | θα σαλιάζεις / θα σαλιάσεις | θα σαλιάζει / θα σαλιάσει | θα σαλιάζουμε / θα σαλιάσουμε | θα σαλιάζετε / θα σαλιάσετε | θα σαλιάζουν / θα σαλιάζουνε / θα σαλιάσουν / θα σαλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαλιάσει | έχεις σαλιάσει | έχει σαλιάσει | έχουμε σαλιάσει | έχετε σαλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαλιάσει | είχες σαλιάσει | είχε σαλιάσει | είχαμε σαλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαλιάσει / να σαλιάζω / να σαλιάσω | να έχεις σαλιάσει / να σαλιάζεις / να σαλιάσεις | να έχει σαλιάσει / να σαλιάζει / να σαλιάσει | να έχουμε σαλιάσει / να σαλιάζουμε / να σαλιάσουμε | να έχετε σαλιάσει / να σαλιάζετε / να σαλιάσετε | να σαλιάζουν / να σαλιάζουνε / να σαλιάσουν / να σαλιάσουνε |
| Προστακτική | — | σάλιαζε / σάλιασε | — | — | σαλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σαλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →