σαλιάρα
•
- μικρή πετσέτα σε σχήμα μηνίσκου που την δένουν μπροστά στο λαιμό ενός μωρού, για να μη λερώνεται το στήθος του Βικιλεξικό
- είδος ψαριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαλιάρα < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου σαλιάρης # σαλιάρα < σάλιο + -άρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαλιάρα | σαλιάρες |
| Γενική | σαλιάρας | σαλιαρών |
| Αιτιατική | σαλιάρα | σαλιάρες |
| Κλητική | σαλιάρα | σαλιάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →