σαλιαρίζω
•
- φλερτάρω, ερωτοτροπώ με τρόπο που στους άλλους μπορεί να φανεί ανόητος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαλιαρίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαλιαρίζω | σαλιαρίζεις | σαλιαρίζει | σαλιαρίζουμε | σαλιαρίζετε | σαλιαρίζουν / σαλιαρίζουνε |
| Παρατατικός | σαλιάριζα | σαλιάριζες | σαλιάριζε | σαλιαρίζαμε | σαλιαρίζατε | σαλιάριζαν / σαλιαρίζαν / σαλιαρίζανε |
| Αόριστος | σαλιάρισα | σαλιάρισες | σαλιάρισε | σαλιαρίσαμε | σαλιαρίσατε | σαλιάρισαν / σαλιαρίσαν / σαλιαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα σαλιαρίζω / θα σαλιαρίσω | θα σαλιαρίζεις / θα σαλιαρίσεις | θα σαλιαρίζει / θα σαλιαρίσει | θα σαλιαρίζουμε / θα σαλιαρίσουμε | θα σαλιαρίζετε / θα σαλιαρίσετε | θα σαλιαρίζουν / θα σαλιαρίζουνε / θα σαλιαρίσουν / θα σαλιαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαλιαρίσει | έχεις σαλιαρίσει | έχει σαλιαρίσει | έχουμε σαλιαρίσει | έχετε σαλιαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαλιαρίσει | είχες σαλιαρίσει | είχε σαλιαρίσει | είχαμε σαλιαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαλιαρίσει / να σαλιαρίζω / να σαλιαρίσω | να έχεις σαλιαρίσει / να σαλιαρίζεις / να σαλιαρίσεις | να έχει σαλιαρίσει / να σαλιαρίζει / να σαλιαρίσει | να έχουμε σαλιαρίσει / να σαλιαρίζουμε / να σαλιαρίσουμε | να έχετε σαλιαρίσει / να σαλιαρίζετε / να σαλιαρίσετε | να σαλιαρίζουν / να σαλιαρίζουνε / να σαλιαρίσουν / να σαλιαρίσουνε |
| Προστακτική | — | σαλιάριζε / σαλιάρισε | — | — | σαλιαρίζετε / σαλιαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →