σαλπάρω
•
- ναυτικός όροςλύνω τους κάβους, σηκώνω την άγκυρα και αποπλέω Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηξεκινάω ταξίδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαλπάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική salpare < sarpare < υστερολατινική *exharpare < αρχαία ελληνική ἐξαρπάζω (αντιδάνειο)
Άλλοι τύποι
σάλπαρασαλπάριζασαλπάρισα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →