σαλπίζω
•
- χρησιμοποιώ τη σάλπιγγα για να βγάλω ήχο Βικιλεξικό
- ειδικότεραδίνω στρατιωτικό παράγγελμα χρησιμοποιώντας τη σάλπιγγα Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαλαλώ, διατυμπανίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαλπίζω < αρχαία ελληνική σαλπίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαλπίζω | σαλπίζεις | σαλπίζει | σαλπίζουμε | σαλπίζετε | σαλπίζουν / σαλπίζουνε |
| Παρατατικός | σάλπιζα | σάλπιζες | σάλπιζε | σαλπίζαμε | σαλπίζατε | σάλπιζαν / σαλπίζαν / σαλπίζανε |
| Αόριστος | σάλπισα | σάλπισες | σάλπισε | σαλπίσαμε | σαλπίσατε | σάλπισαν / σαλπίσαν / σαλπίσανε |
| Μέλλοντας | θα σαλπίζω / θα σαλπίσω | θα σαλπίζεις / θα σαλπίσεις | θα σαλπίζει / θα σαλπίσει | θα σαλπίζουμε / θα σαλπίσουμε | θα σαλπίζετε / θα σαλπίσετε | θα σαλπίζουν / θα σαλπίζουνε / θα σαλπίσουν / θα σαλπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαλπίσει | έχεις σαλπίσει | έχει σαλπίσει | έχουμε σαλπίσει | έχετε σαλπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαλπίσει | είχες σαλπίσει | είχε σαλπίσει | είχαμε σαλπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαλπίσει / να σαλπίζω / να σαλπίσω | να έχεις σαλπίσει / να σαλπίζεις / να σαλπίσεις | να έχει σαλπίσει / να σαλπίζει / να σαλπίσει | να έχουμε σαλπίσει / να σαλπίζουμε / να σαλπίσουμε | να έχετε σαλπίσει / να σαλπίζετε / να σαλπίσετε | να σαλπίζουν / να σαλπίζουνε / να σαλπίσουν / να σαλπίσουνε |
| Προστακτική | — | σάλπιζε / σάλπισε | — | — | σαλπίζετε / σαλπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →