σαλτάρισμα
•
- το άλμα, το σάλτο Βικιλεξικό
- το να οδηγείται κάποιος στην τρέλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαλτάρισμα < σαλτάρω + -ισμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαλτάρισμα | σαλταρίσματα |
| Γενική | σαλταρίσματος | σαλταρισμάτων |
| Αιτιατική | σαλτάρισμα | σαλταρίσματα |
| Κλητική | σαλτάρισμα | σαλταρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →