σαλταδόρος
•
- αυτός που μπορεί να σαλτάρει, να κάνει άλματα Βικιλεξικό
- παρωχημένοαυτός που σάλταρε σε οχήματα των Γερμανών κατακτητών, για να αρπάξει διάφορα χρήσιμα είδη (τρόφιμα, λάστιχα κ.ά.) Βικιλεξικό
- Σαλταδόρος (Τίτλος τραγουδιού σε στίχους και μουσική του Μιχάλη Γενίτσαρη)
- μικροαπατεώνας, κλεφταράκος Βικιλεξικό
- αυτός που αποκτά υψηλά αξιώματα και θέσεις με ανήθικα ή αθέμιτα μέσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαλταδόρος < (άμεσο δάνειο) βενετική saltador + -ος < salta < ιταλικά salto (πβ. σάλτο) < λατινικά saltus < salio (=πηδάω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαλταδόρος | σαλταδόροι |
| Γενική | σαλταδόρου | σαλταδόρων |
| Αιτιατική | σαλταδόρο | σαλταδόρους |
| Κλητική | σαλταδόρε | σαλταδόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →