σαλόνι
•
- δωμάτιο επιπλωμένο με καναπέδες και πολυθρόνες για την υποδοχή επισκεπτών Βικιλεξικό
- Η ξαφνική εμφάνιση της Σπυριδούλας μέσα στο πατρικό σαλόνι εκείνη την ώρα με αναστάτωσε. Ντυμένη με μια μακριά μαύρη τουαλέτα, ήτανε καθισμένη σταυροπόδι στον καναπέ των γονιών μου. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- έπιπλοη επίπλωση αυτού του δωματίου Βικιλεξικό
- χώρος επιβατών στο αυτοκίνητο Βικιλεξικό
- μεταφορικάχώρος συνάντησης διανοουμένων για συζήτηση Βικιλεξικό
- φιλολογικό σαλόνι
- στον πληθυντικότο αριστοκρατικό περιβάλλον Βικιλεξικό
- συνήθισε στα σαλόνια και ξέχασε τη λαϊκή καταγωγή του.
- απ' τ' αλώνια στα σαλόνια
- τυπογραφίασυνεχόμενες σελίδες εντύπου που φαίνονται σαν σύνολο και συνήθως περιέχουν μία ενιαία φωτογραφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαλόνι < (άμεσο δάνειο) ιταλική salone < sala < φραγκική *sal < πρωτογερμανική *salą < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sel- (καταφύγιο, κατοικία, χωριό) :* για το φιλολογικό σαλόνι, τον χώρο επιβατών, και την τυπογραφία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική salon
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαλόνι | σαλόνια |
| Γενική | σαλονιού | σαλονιών |
| Αιτιατική | σαλόνι | σαλόνια |
| Κλητική | σαλόνι | σαλόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →