σαμανισμός
•
- θρησκείαθρησκευτική / μυστικιστική / μαγική πρακτική που σχετίζεται με τις ενέργειες και τις ικανότητες των σαμάνων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαμανισμός < γαλλική chamanisme < chaman < ρωσική шаман (šamán)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαμανισμός | σαμανισμοί |
| Γενική | σαμανισμού | σαμανισμών |
| Αιτιατική | σαμανισμό | σαμανισμούς |
| Κλητική | σαμανισμέ | σαμανισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →